Μη Μένεις Εκτός mi meneis ektos Μη Μένεις Εκτός Mi Meneis Ektos


enfoSeminar #2 Συλλογική Γραφή

Α
Α

enfo.gr
Εργασία:
Δύο προτάσεις αρχή και τέλος

Τίτλος: Κυρίες και κύριοι, μήπως γνωριζόμαστε;

Εισαγωγή
Το τοπίο αστικό και η καρδιά φευγάτη. Τα ωραία όλα είναι εδώ και κολυμπούν στα πάθη. Μας διάλεξε η εποχή να ζήσουμε τα τώρα, που είναι σκληρά και θλιβερά και μας χτυπούν με φόρα. Κι εμείς στροβιλιζόμαστε γύρω από μια απάτη, παλεύουμε, ματώνουμε, γελάμε, όλα εντάξει. Ό,τι κι αν λένε οι καιροί, στο νου μας πάντα η αγάπη.

Κάθομαι απέναντι. Θέλω να μου πεις τις ιστορίες σας...

Η Υρώ και ο Αλέξανδρος

Ξημέρωσε μα η Υρώ δεν ήθελε να ανοίξει τα μάτια. Τι ήταν κι αυτό το χθεσινό το ανεξήγητο; Τόσο καιρό μαζί -μια ζωή μαζί, που όμως και οι δυο τους το παραδέχονται μόνο στα κρυφά- πρώτη φορά η Υρώ είδε τον Αλέξανδρο να χάνει την ψυχραιμία του. Να εμπλέκεται εκεί που θα έφτυνε. Προσπαθεί να βάλει τα γεγονότα σε σειρά. Στο μυαλό της ένα τρενάκι τρέχει με ταχύτητα, κάθε βαγόνι κι ένα συμβάν. Το συμβάν, του συμβάντος, το σύμπαν, του σύμπαντος. Τα συνδέει μέσα της, κάνει να χαμογελάσει ξαπλωμένη. Σταματά.

Χθες, ο Αλέξανδρος χτυπήθηκε, χτύπησε, χτυπήθηκε, χτύπησε... Με ποια σειρά τα ρήματα; Μπέρδεμα. Ποιοι είναι οι ίδιοι; Ποιοι ήταν οι άλλοι; Σε αναζήτηση ταυτότητας.

Για καλό πήγαιναν, να βοηθήσουν ανθρώπους σε ανάγκη. Γιατί τους ακολούθησαν; Γιατί τους επιτέθηκαν; Γιατί την έσπρωξαν; Γιατί ο Αλέξανδρος να εμπλακεί μαζί τους; Η Υρώ αισθάνθηκε τον φόβο -καρφί ματωμένο- στο μυαλό τους. Ένιωσε τον τρόμο –καβαλάρης σε αφηνιασμένο άλογο- που δυνάστευε τη ζωή τους. Πολλές φορές αναρωτιόταν, άραγε δεν υπήρξαν μανάδες να τους μεγαλώσουν κι αυτούς;

Και ύστερα οι φωνές, ο κόσμος, μια παρέα πιο κάτω, ο Πέτρος, ο αδερφός του Αλέξανδρου, να καταφτάνει. Φτηνά τη γλίτωσαν. Μερικές ξώφαλτσες, η μύτη του Αλέξανδρου ματωμένη αλλά στη θέση της, ένα μπαρ στο πουθενά, λίγη ομόνοια και ζεστά ποτά για να συνέλθουν.

1.
Η Υρώ άνοιξε τα μάτια της με κόπο. Ένιωθε ακόμα το αλκοόλ να κυλάει σε κάθε ικμάδα του κορμιού της. Κοίταξε δίπλα της στο μαξιλάρι του. Η θέση κενή. Κοίταξε καλύτερα. Κηλίδες αίματος στο μαξιλάρι και τα σεντόνια. Μούδιασε. Έλεγξε τον χώρο γύρω της αλλά εκείνος άφαντος.
- Αλέξανδρε! φώναξε πανικόβλητη, με την ελπίδα να λάβει μια απάντηση, έστω μια λέξη, κάτι να την καθησυχάσει.
Ο Αλέξανδρος είχε εξαφανιστεί.

Πετάχτηκε από το κρεβάτι λες και η ανάπαυση ήταν καταδικαστέα. Τα μάτια άνοιξαν για τα καλά. Στο τραπέζι της κουζίνας βρήκε το σημείωμα του Αλέξανδρου για την αφεντιά της:

“Όμορφή μου, μετά το χθεσινό αποφάσισα πως θα ήταν καλύτερα να ταξιδέψω μόνος μου βόρεια, στον καταυλισμό των προσφύγων. Κανείς δεν εγγυάται ότι ένα παρόμοιο περιστατικό σαν κι αυτό που ζήσαμε μαζί πριν λίγες ώρες δεν θα ξανασυμβεί. Ξέρω πως θα μου θυμώσεις μα θα είναι για λίγο, ε; Εσύ στο πληκτρολόγιο κι εγώ στον δρόμο. Θα σε τροφοδοτώ συνέχεια, κυρίως με αγάπη. Αλέξανδρος”.

Πρώτο εικοσιτετράωρο στον καταυλισμό και βούρκος γίναν τα μάτια του Αλέξανδρου σαν τον βούρκο που είχαν σχηματίσει οι τελευταίες ανάλγητες νεροποντές. Ο ήλιος τώρα από πάνω, τους κοροϊδεύει όλους. Τους τρυπά μέσα από τα ρούχα. Άπονος κι αυτός, δεν βλέπει ότι δεν υπάρχει αντίπαλος.

2.
Τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο... Ο χώρος κενός. Ο τόπος άδειος. Διάσπαρτα όλα... Ένα λασπωμένο αρκουδάκι... Μια άδεια σκηνή... Ένα παπουτσάκι. Συρματοπλέγματα αγέρωχα συνεχίζουν να ξεπροβάλλουν δίχως να τα τραντάζουν πια ματωμένα χέρια...
Καυτός ήλιος λούζει τα ελάχιστα δέντρα. Δέντρα μοναχικά. Δέντρα χωρίς φύλλα από καιρό. Κάποτε τα σκαρφάλωναν, κάποτε τα αγκάλιαζαν χέρια ταλαιπωρημένα, χέρια μικροκαμωμένα, χέρια παιδικά.
“Ακόμα και το τοπίο αρνείται το ανήθικο, δεν συμμετέχει, φαντάζει σε παραίτηση”. Αυτή ήταν η πρώτη πρόταση με την οποία τροφοδότησε ο Αλέξανδρος το μυαλό και το πληκτρολόγιο της πορσελάνινης αγαπημένης του.

Η Υρώ, μετά τις πρώτες ανταποκρίσεις του Αλέξανδρου, ενέτεινε τη δράση της στην πόλη. Είχε μπροστά της έναν μακρύ κατάλογο από πράγματα πρώτης ανάγκης για τους ξεσπιτωμένους ανθρώπους μιας κατεστραμμένης πατρίδας, που κυνηγημένοι έβαλαν σκοπό να περπατήσουν και να κολυμπήσουν όλη την ανθρωπότητα, για να σωθούν αυτοί και τα παιδιά τους.

Τηλεφώνησε στον Σταύρο και τη Βίκυ, παλιοί συμμαθητές και φίλοι ζωής. Κανονίστηκε μάζωξη στο σπίτι τους. Μίλησε και με άλλους. Τελευταίο τηλεφώνημα στη Μαρίνα, την αδερφή της. Απόρησε ευχάριστα που της απάντησε. Της εξήγησε εν τάχει για τη συνάντηση. Την περίμενε. Κι αυτήν και τον άντρα της, τον Σταμάτη. “Σας έχω και τους δύο ανάγκη” της είχε πει η Υρώ με νόημα.

Η Μαρίνα καμώθηκε την κουρασμένη από τη δουλειά κι έκλεισε το κινητό χωρίς πολλά λόγια. Θα πήγαινε στου Σταύρου, είχε ανάγκη να βρεθεί με ανθρώπους και να κάνει ανέξοδες κουβέντες. Πληκτρολόγησε ένα βιαστικό μήνυμα στον Σταμάτη, να τον ενημερώσει. Δεν ήθελε να τον ακούσει. Φοβόταν την προφορική επικοινωνία μην της ξεφύγει κάτι και μαρτυρήσει τα ανείπωτα. Άντρας της είναι, θα την καταλάβαινε αμέσως. Δεν ήξερε αν υποκρινόταν καλά. Δεν ήξερε αν υποκρινόταν σε αυτόν ή στον εαυτό της.

Βαθιά ανάσα, συνέχισε το περπάτημα. Πιο έντονο τώρα. Ήθελε να προλάβει να ετοιμαστεί, να καμουφλαριστεί.

Η Μαρίνα και ο Σταμάτης

3.
Όσες προσπάθειες κι αν έκανε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, δεν θα το κατάφερνε ποτέ...
Ήταν μάταιο άλλωστε. Κανείς δεν μπορεί να σβήσει τα λάθη του παρελθόντος. Στο μυαλό της γύριζε ο ορισμός της παράνοιας.

Προσπαθούσε, κάνοντας το ίδιο πράγμα κάθε μέρα, να βρει ένα αποτέλεσμα διαφορετικό, κάτι που θα την ευχαριστούσε. Ήξερε ότι αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ, μα δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Έβρισκε παρηγοριά με το να χτυπά σε έναν τοίχο. Δεν ένιωθε τίποτα. Και ίσως γι’ αυτό να την ευχαριστούσε αυτή η μία αίσθηση, του πόνου...

Κοίταξε το ρολόι. 2:15. Ήταν έτοιμη να ξεκινήσει για το σπίτι του Σταύρου. Το μαύρο της φόρεμα ήταν απόλυτα ταιριαστό με την τσάντα και τα σκουλαρίκια της. Το έντονο βάψιμό της θα έκρυβε τις ουλές, μα κάποια μάτια βλέπουν, ξέρουν...

Ύστερα από είκοσι λεπτά βρισκόταν στην εξώπορτα του Σταύρου. Της άνοιξε η Βίκυ. Ήταν όλοι τους εκεί. Ο Σταμάτης την κοίταξε με μάτια γεμάτα απορία... Είχε φτάσει πρώτος.



4.
“Πότε θα μου πει την αλήθεια;” σκέφτηκε. Πάνε τώρα τρεις μήνες που εξαφανίζεται τα πρωινά τάχα πως πηγαίνει στη δουλειά, μόνο που ο ίδιος γνωρίζει πως την απέλυσαν με συνοπτικές διαδικασίες από την κλινική όπου δούλευε δέκα χρόνια.

Πού τάχα περνούσε όλες αυτές τις ώρες καθημερινά; Πού έβρισκε τα λιγοστά αυτά λεφτά που τρεις μήνες τώρα τα παρουσίαζε για μηνιάτικα; Ήταν η γυναίκα του, ο άνθρωπός του. Πώς μπορούσε να του λέει ψέματα, κοιτώντας τον στα μάτια; Πώς;

Δεν άντεχε άλλο, ένιωθε πως είχε αγγίξει τα όριά του. Ασυναίσθητα, τα χέρια του αγκύλωσαν κι ενώ ήθελε να τη φιλήσει μπροστά σε όλους και να την καλοδεχτεί στην αγκαλιά του, δεν το έκανε. Αντιθέτως, παρέμεινε καθισμένος στον καναπέ σαν ασθενής που πρόσφατα επανήλθε από εγκεφαλικό.

Η Μαρίνα χαιρέτησε έναν έναν ξεχωριστά την παρέα. Αστειεύτηκε με τον καλό της φίλο τον Άρη τον μουσικό που είχε μπει στην παρέα γιατί είχε ερωτευτεί τρελά τη Λένα, την αδερφή του Σταύρου. Έπειτα, χάρισε μια παρατεταμένη αγκαλιά στην Υρώ κι ύστερα κάθισε δίπλα στον Σταμάτη χαλαρά, χωρίς να αναζητήσει το χέρι του για να το κρατήσει μέσα στο δικό της. Η Βίκυ έσκυψε στο αυτί της, για να τη ρωτήσει τι θα πιει. “Τον θυμό από τα σπασμένα μου τακούνια” της είπε σοβαρά η Μαρίνα. Η Βίκυ έμεινε να την κοιτάζει. “Λίγο νερό και την αγάπη σου” το διόρθωσε, κλείνοντας τη φράση με ένα πικρό χαμόγελο.

Η μεσημεριανή συνάντηση στο σπίτι του Σταύρου άγγιξε τα μεσάνυχτα. Ο ήχος της πόλης είχε χαμηλώσει εδώ και ώρα τα ντεσιμπέλ. Η απαλή μουσική, το σπιτικό φαγάκι, οι κουβέντες, όλα είχαν βοηθήσει ώστε η ομάδα να οργανώσει όσο το δυνατόν καλύτερα τις επόμενες δράσεις αλληλεγγύης. Όλοι αποχώρησαν ευχαριστημένοι.

5.
Ο Σταμάτης και η Μαρίνα έφυγαν μαζί για το σπίτι. Κρατήθηκαν και οι δύο πάνω στο στενό πεζοδρόμιο σαν να ήταν το σωσίβιό τους αυτήν την αμήχανη στιγμή, όσο να διανύσουν την απόσταση μέχρι το αυτοκίνητο. Εκείνος τη ρώτησε ευγενικά πώς τα πήγε σήμερα στη δουλειά. Εκείνη του απάντησε με ένα νεύμα που θα μπορούσε να μεταφραστεί ως “αδιάφορα”. Γύρισε το βλέμμα του μπροστά, τι νόημα είχε να συνεχίσει τη προσπάθεια να δει βαθιά μέσα στα μάτια της; Τα μάτια της, καιρό τώρα, έβλεπαν στο πουθενά.

Τα πορτοκαλιά φώτα της Αθήνας ήταν απόψε πνιγηρά. Ένας τοίχος απέναντί του ούρλιαζε με φωνή από σπρέι: ΑΔΙΕΞΟΔΑ. Η φιγούρα των φαναριών του τραμ περίμενε νωχελικά και αγέρωχα το δικό της πράσινο φανάρι προς το επόμενο ταξίδι. Χέρια απλωμένα να συγκρούονται με κλειστά παράθυρα.

Η αιώνια σύγκρουση της μοναξιάς με την αδιαφορία ξετυλίγονταν μπροστά του. Κάποτε πάλευε μαζί τους. Άπλωνε το χέρι, στεκόταν δίπλα, μαζί, παρέα στη φιγούρα του τραμ. Ήταν ο ίδιος η φιγούρα του τραμ. Ήταν ο ίδιος -ή τουλάχιστον έτσι πίστευε- η λύση στα ΑΔΙΕΞΟΔΑ.

Απόψε όμως ήταν όλα διαφορετικά. Απόψε είχε αποφασίσει να πατήσει το γκάζι στις στροφές, πνιγμένος στην πορτοκαλιά νύχτα της πόλης που κάποτε λάτρεψε. Απόψε θα μετρούσε στο κοντέρ τα αδιέξοδα, τη λύτρωση και τον εαυτό του. Γκάζι ζωής ή θανάτου...
Μπήκε στο αυτοκίνητό του δίχως να ρίξει ούτε βλέμμα πίσω του. Ήταν η στιγμή που έχασε το μοναδικό δάκρυ της Μαρίνας, που κύλησε γυαλιστερό κι έπεσε με πρωτοφανή θόρυβο στις πλάκες του πεζοδρομίου. Τη μια από τις πλάκες θα την έβρισκαν την επόμενη το πρωί -ανεξήγητα- σπασμένη στα δύο...

Η Μαριάνθη και ο Πέτρος

6.
Ο Πέτρος άναψε τσιγάρο. Φύσηξε τον καπνό, χαζεύοντας τα σχέδια που κάνει. Θέλει να τηλεφωνήσει στον αδερφό του, τον Αλέξανδρο. Πάντα φευγάτο αυτό το παιδί όταν το χρειάζεται. Προσπαθεί να ηρεμήσει, μάταια. Ακόμα ηχεί στα αφτιά του η λέξη: “Απολύεστε”.

“Απολύεστε!” Γιατί τόλμησε να καταθέσει την ψυχή και τα όνειρά του, λες και ο διευθυντής του θα το εκτιμούσε. Σιγά! Με ένα “Απολύεστε!” ο κάθε αρουραίος εμποράκος μπορεί και διαγράφει τη δουλειά και το κόπο ετών. Οι καινοτόμες ιδέες δεν περνούν. Απλά ό,τι φάμε και ό,τι πιούμε, βρε αδερφέ!

Αυτός όμως δεν ήταν αυτής της ράτσας, ήταν του πνεύματος και το πνεύμα στην εποχή αυτή δεν είναι χρήσιμο, γιατί δεν έχει το χρώμα του χρήματος, δεν μυρίζει την ταγκίλα του μεταλλικού νομίσματος.

Ούτε που κατάλαβε πως βρέθηκε με τα χαρτιά της απόλυσης στα χέρια. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Μα, δεν κόλωσε ο Πέτρος. Κι αν στον τόπο αυτό η λέξη “αξιοκρατία” έχει αποδημήσει, θα αποδημούσε κι αυτός προκειμένου να τη βρει. Και το κατόρθωσε.

7.
Πότε είδε την ανακοίνωση – προκήρυξη για τη νέα θέση, πότε ετοίμασε όλη την απαραίτητη χαρτούρα για την αίτηση, πότε βρέθηκε έξω από την πύλη του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, ούτε που το κατάλαβε. Αστραπιαίες κινήσεις, χωρίς να προλάβει να σκεφτεί περισσότερο και να ζυγίσει καταστάσεις. Πήρε ανάσα και βούτηξε. Θα κολυμπούσε στον ωκεανό της παγκόσμιας πανεπιστημιακής κοινότητας.

Όταν πήγε στη γραμματεία για να παρουσιαστεί, τον ενημέρωσαν πως η επιτροπή που θα του ανακοίνωνε τον επιβλέποντά του τον περίμενε ήδη στη μεγάλη αίθουσα. Στάθηκε πίσω από την κλειστή πόρτα και για μια στιγμή έκανε ένα φλας – μπακ. Μια καινούργια σελίδα άνοιγε στη ζωή του. Και η σελίδα αυτή είχε πάνω γραμμένο ένα όνομα.

8.
Ένα όνομα που όσα χρόνια κι αν είχαν περάσει δεν κατάφερε ποτέ του να ξεχάσει. Είναι, βλέπεις, κάποια ρημάδια όνειρα που παλεύεις να τα αγγίξεις μα όσο τα πλησιάζεις τόσο εκείνα απομακρύνονται και τελικά μετατρέπονται σε εμμονές και πάθη. Μα να που τώρα βρισκόταν πιο κοντά στο όνειρό του από όσο δεν βρέθηκε ποτέ. Το ένιωθε δίπλα του, το άγγιζε, το μύριζε...

Μαριάνθη. Αυτό ήταν το όνομα, ο άνθρωπος που τον έμαθε να μην υποχωρεί αλλά να βλέπει κατάματα τις δυσκολίες, να τις πιάνει από τα μούτρα και να τις ρίχνει κάτω.

Η Μαριάνθη, μέχρι την τελευταία της ανάσα, ταξίδευε μαζί του. Αυτός της έδινε το νήμα κι εκείνη ύφαινε τα όνειρά τους. Αυτή τον έλεγε γίγαντα κι εκείνος την ανέβαζε στους ώμους του κι έτρεχαν ζικ – ζακ, γελώντας και ουρλιάζοντας, ανάμεσα στις νεραντζιές των πεζοδρομίων της πόλης. Σχεδίαζαν να φύγουν μαζί αλλού, παντού...

Η αγαπημένη του τον άφησε μόνο μια ζεστή, ανοιξιάτικη νύχτα. Πάνω που είχαν ξεκινήσει να μυρίζουν τα νυχτολούλουδα. Ο καρκίνος έχει γούστο, της έκανε δώρο στα κρυφά μια λευχαιμία. Τέλος.

Αμέσως μετά, ο Πέτρος σταμάτησε να αγαπά. Σε σκηνικά φταις – δεν φταις τον εαυτό του έβαζε πάντα πρώτο. Κάποιος έπρεπε να τιμωρηθεί γι' αυτήν την απώλεια.

Όταν ένιωσε τον γίγαντα μέσα του να επαναστατεί και πάλι, άρχισε να φωνάζει, να ουρλιάζει, να βρυχάται, παντού, χωρίς έλεος. Ήθελε να κερδίσει τον χαμένο χρόνο. Δεν είχε σκοπό να επαναλάβει τα ίδια λάθη. Μπορούσε όμως να ξεφύγει από τη μοίρα του;

enfo.gr
9.
Μπορούσε. Όλοι μπορούν κι ας είναι το τέλος τους της μοίρας το σόλο. Ή μήπως όχι; Η μοίρα επιτρέπει τα ποικίλματα, αρέσκεται σε αυτά, πολλές φορές μάλιστα κάνει πως δεν τα βλέπει ή δεν τα ακούει. Κι εκείνος είχε διάθεση για ανατροπές. Αχ, αυτή η τόλμη να κάνει αυτό που τον ευχαριστεί, που τον κάνει να νιώθει καλά σε πείσμα της πεπατημένης σκέψης. Κάπως έτσι είχε και την έννοια της μοίρας στο μυαλό του. Η πεπατημένη σκέψη, χωρίς άλλη ανάλυση.

Η συνάντηση με την Επιτροπή του Πανεπιστημίου είχε τελειώσει. Κατέβηκε βιαστικά τα σκαλιά του επιβλητικού κτηρίου. Έστειλε ένα φιλί στον αέρα, έκλεισε το μάτι στον ουρανό, σε εκείνη, και έβαλε φόρα για την καινούργια ζωή.

Πρώτη ανατροπή, να αρχίσει να μιλάει χωρίς να κοροϊδεύει, τον εαυτό του πρώτα. Έστω και τώρα, να σταματήσει να ζει για τους άλλους. Διέκρινε πως αυτοί οι άλλοι ήταν η κακή του μοίρα. Χαμογέλασε στο κενό. Η ικανοποίηση της σκέψης αυτής γαργαλούσε ευχάριστα το στομάχι του. Χαμογέλασαν μέχρι και τα μάτια του. Ανακάτεψε τα μαλλιά του κι έφτασε με κέφι στο μικρό του διαμέρισμα. Ήθελε να χορτάσει τη νέα γειτονιά, τη νέα πόλη. Έφαγε κάτι πρόχειρο, ντύθηκε δίχως καν να βλέπει τι φοράει κι άνοιξε την πόρτα. Έπρεπε να προλάβει...

10.
Ο Πέτρος συνέχισε να περπατά στους δρόμους της γνωστής πόλης του βορρά. Κάποια στιγμή κουράστηκε. Ξάπλωσε στο γρασίδι του Τζίζας Γκριν Παρκ. Ανάσαινε γοργά. Έκλεισε τα μάτια. Κοιμήθηκε χωρίς να το καταλάβει. Τότε, είδε ένα παράξενο και αστείο όνειρο, μαζί.

Στο όνειρο, έπρεπε να προλάβει να πάει στη δουλειά. Ξαφνικά, ένας ιπτάμενος δίσκος εμφανίστηκε μπροστά του, πολύχρωμος, καμία σχέση με τους ιπτάμενους δίσκους που φανταζόταν μέχρι τότε. Ένας εξωγήινος βγήκε από τον δίσκο. Άρχισε να τον κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω με ένα ύφος απορημένο.

Πέρασαν μερικά λεπτά μέχρι να μιλήσει ο επισκέπτης από το υπερπέραν. “Έλα μέσα” του είπε. Εκείνος, τρομοκρατημένος, κάνει ένα βήμα πίσω. “Βρε, έλα μέσα που σου λέω” του λέει ο εξωγήινος και αρχίζει να τον τραβά προς τα μέσα με το ζόρι.

Μπήκαν μέσα λίγο άχαρα. Ο Πέτρος τα έχασε με αυτά που είδε. Όλα φαίνονταν άφθαρτα, του κουτιού. Τα μοναδικά πράγματα που έδειχναν παλιά ήταν το ρολόι στον τοίχο κι εκείνος με τα αταίριαστα ρούχα που φορούσε. Κόντευε να τρελαθεί από την αγωνία του. Έπεφτε το μάτι του στο παλιό ρολόι του τοίχου και τον έπιανε πανικός. Μην αργήσει στη δουλειά!

Οι πρώτες στάλες μιας από τις αμέτρητες βροχές του Ηνωμένου Βασιλείου τον ξύπνησαν. Βιάστηκε να επιστρέψει στο σπίτι. Οι δικοί του άνθρωποι στην Ελλάδα περίμεναν να μάθουν νέα του. Είχε τηλεφωνικό ραντεβού με αρκετούς και δεν ήθελε να τους στήσει με τίποτα.

Άναψε το skype εκείνη τη βραδιά. Κάθε επικοινωνία ένα μίγμα συναισθημάτων, μια άλλη δύναμη, απερίγραπτη. Από πού να ξεκινήσει;

Η Υρώ και ο Αλέξανδρος του διηγήθηκαν τα νεότερα από τους έγκλειστους -ουσιαστικά- πρόσφυγες στα σύνορα και τις δράσεις αλληλεγγύης στην πόλη.

Ο Σταμάτης έμαθε την αλήθεια για τη Μαρίνα. Την παρακολούθησε και διαπίστωσε ότι τα χρήματα που έφερνε στο σπίτι τους τρεις τελευταίους μήνες προέρχονταν από ποικίλες υπηρεσίες. Διανομή φυλλαδίων, άπλυτες σκάλες που με τα χεράκια της άστραψαν, που και που θελήματα σε γηραιές κυρίες με πολυάσχολους συγγενείς. Κάπως έτσι. Μόνο που εκείνη ντρεπόταν να του το ομολογήσει.

Η Βίκυ περίμενε παιδί. Ο Σταύρος ζήτησε στον Πέτρο να γίνει ο νονός. Ε ρε, γλέντια!

Μέσα σε όλα, έμαθε τα δυσάρεστα νέα του Νάσου και της Αγνής και αντιπάθησε ακόμα περισσότερο τον Στέφανο. Τι σκατόψυχη που ήταν, Θεέ μου!

Η Αγνή και ο Νάσος

11.
Οι δυο τους είχαν αποφασίσει πριν τέσσερα χρόνια να παρατήσουν τη ζωή στην Αθήνα και να χαράξουν μια νέα στην επαρχία. Εκεί, μακριά από όλους και όλα. Εξάλλου ο Νάσος αγαπούσε τόσο την Αγνή, που μόνο έτσι θα μπορούσε να τη βοηθήσει να ξεπεράσει τα προβλήματά που τόσα χρόνια γιγάντωναν μέσα της και η πτώση είχε αρχίσει να φαίνεται στην όψη της. Τη θυμάται τόσο όμορφη, τόσο χαμογελαστή. Κι όμως, έφτασε ένα βράδυ μια ώρα, που ήταν αρκετή για να αλλάξει ο χαρακτήρας της.

Στον Νάσο δεν είχε πει ποτέ μέχρι τώρα τι ακριβώς επακολούθησε σε εκείνη τη μοιραία συνάντηση, που εκείνη είχε απαιτήσει να γίνει με τον Στέφανο. Το χρειαζόταν του είπε για να απαλλαγεί από τα φαντάσματα. Αυτός δεν ήξερε, δεν φανταζόταν, αλλιώς δεν θα την άφηνε. Όχι, αν ήξερε. Όμως έμαθε ότι ο Στέφανος ήταν αυτός που εκβίαζε τόσα χρόνια τον πατέρα της Αγνής στην επιχείρησή του σεβαστού γονέα, αυτός κατάκλεψε το ταμείο της δουλειάς κι έγινε η αιτία να κλάψει η κόρη για έναν αδικοχαμένο, αυτόχειρα πατέρα.

Η Αγνή έσπασε, δεν άντεξε. Τώρα βρίσκεται υπό ψυχιατρική παρακολούθηση, ψάχνοντας τυφλή σε ένα τοπίο ομιχλώδες. “Το γεγονός ότι ψάχνει είναι παρήγορο” είπε ο Νάσος στον Πέτρο κι εκείνος για μια στιγμή σκέφτηκε τη Μαριάνθη.

Περασμένη η ώρα και το κινητό κλειστό. Αφαιρέθηκε στις φλόγες του τζακιού. Πάντα η φλόγα τού θύμιζε τη ματιά της. Πόσο την αγαπούσε...
Ξαπλωμένος στο χαλί μπροστά στη ζεστασιά της πύρινης εστίας ένιωσε τα μάτια του να καίνε. Και τότε την είδε. Η ανακούφιση που ένιωσε ήταν πρωτόγνωρη. Ανακούφιση; Μάλλον λύτρωση θα ήταν πιο κοντά σε αυτό που ένιωθε. “Μαριάνθη” είπε δειλά και ξύπνησε. Τα 'βαλε με τον εαυτό του. Δεν ήθελε να αισθάνεται αδύναμος. Ούτε εκείνη θα ήθελε...

Η Χριστίνα και ο Πέτρος

12.
Είχε περάσει σχεδόν ένας μήνας από την τελευταία φορά που είδαν ο ένας τον άλλον. Της φάνηκε αλλιώτικος. Του φάνηκε πιο αέρινη. Η συστολή όμως που ένιωθαν και η αμηχανία δεν μπορούσε να μείνει κρυφή. Ήθελαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον μα κανείς δεν έκανε το πρώτο βήμα.
Εκείνη σκεφτόταν: “Τόση απόσταση, τόσα χιλιόμετρα και ξαφνικά όλα μηδενίστηκαν εδώ μπροστά μας. Γιατί ήρθε; Τι έκπληξη!” Ασυνάρτητες σκέψεις του ενός λεπτού.
Ταυτόχρονα, στο δικό του μυαλό, η σκέψη που κυριαρχούσε ήταν “Θέλω να τη σφίξω πάνω μου. Τι να περνάει από τη σκέψη της τώρα; Πόσο θα ήθελα να ξέρω”.
Τελικά, η Χριστίνα βρήκε πρώτη το θάρρος.
- Πώς από ‘δω, Πέτρο; Εννοείται πως αυτό το μέρος θα ήταν το τελευταίο που θα περίμενα να σε δω, του είπε καθώς τον πλησίαζε. Το μέρος δεν ήταν άλλο από το ομαδικό ατελιέ στο οποίο δημιουργούσε η Χριστίνα. Η Χριστίνα σχεδίαζε κι έραβε “τα ρούχα της Εύας” όπως έλεγε χαρακτηριστικά η ίδια, γελώντας με χάρη.
Μα εκείνος δεν της αποκρίθηκε. Μονάχα βυθιζόταν στα μάτια της...

13.
Σε εκείνα τα μάτια που θύμιζαν θάλασσα, άλλοτε ήρεμη να πέσεις να κολυμπήσεις, να δροσιστείς, άλλοτε φουρτουνιασμένη θάλασσα, που τρομάζεις ακόμη και να την αντικρίσεις. Έτσι και σήμερα. Βυθίστηκε σε αυτήν τη ματιά τη φουρτουνιασμένη, λες και κύματα ετοιμάζονταν να τον πνίξουν.

Η Χριστίνα ήταν το λιμάνι που είχε βρει ο Πέτρος απάγκιο όταν πάλευε με τα κύματα που πήραν τη Μαριάνθη του μακριά. Η Χριστίνα υπέμεινε με καρτερικότητα την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του όλο το διάστημα της ενδοσκόπησης, της αμφισβήτησης, της απελπισίας, του θυμού. Έπειτα τον αγκάλιασε όπως η μάνα το παιδί. Τον κανάκεψε, τον φρόντισε, τον αγάπησε. Μα εκείνος, σε πλήρη σύγχυση, κλώτσησε σαν το αχάριστο ζώο τα δώρα της Χριστίνας μακριά. Τότε φοβήθηκε πως ένα ακόμα τέλος πλησίαζε και την απώθησε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. “Τέλος τα παρακάλια, τα λόγια της αγάπης. ΤΕΛΟΣ!” Έτσι της είπε την τελευταία φορά που βρέθηκαν μαζί κι έπειτα σηκώθηκε οργισμένος, έσπρωξε με όση δύναμη του είχε απομείνει την πόρτα και βγήκε τρέχοντας.

Αυτήν την εικόνα τώρα προσπαθεί να σβήσει ο Πέτρος και δεν ταξίδεψε χωρίς λόγο μέχρι την ποδιά της Χριστίνας. Ονειρευόταν τη συνύπαρξη, την ανάταση, την αίσθηση να αισθάνεσαι πλήρης.

Ο Άρης μόνος χωρίς τη Λένα

14.
Τα λόγια της Λένας έρχονταν στο μυαλό του σαν κύματα που χτυπάνε με λύσσα τον κυματοθραύστη. Ο Άρης ήθελε να φύγει όσο το δυνατόν γρηγορότερα από αυτήν τη συνθήκη, από αυτήν την πόλη εάν γίνεται, να σώσει ό,τι μπορούσε από τον εαυτό του, από την αξιοπρέπειά του, από την αγάπη τους. Αν πήγαινε στην Αυστραλία, στη θεία του, ίσως να έκανε μια νέα αρχή, ίσως να γινόταν πάλι δυνατός, ανεξάρτητος, ικανός να συντηρήσει κι εκείνη και την οικογένεια που θα έστηναν στον νέο τόπο.

Συχνά, περπατούσε μέσα στη νύχτα χωρίς προορισμό, με χαμένο βλέμμα. Δεν καταλάβαινε που άρχιζε και που τελείωνε ο δρόμος. Λες και χόρευαν ένα παθιασμένο τανγκό τα δέντρα γύρω του.

Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι η οικονομική άνεση μπορεί να φτιάχνει το κέφι του ανθρώπου. Δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι η Λένα ανήκε στη ράτσα των ανθρώπων που θεωρούσε άχρηστο κάθε τι «μη πρακτικό» στην καθημερινότητα. Την είδε και στη συνάντηση στο σπίτι του Σταύρου πόσο αδιάφορη ήταν με το θέμα της συγκέντρωσης και πόσες φορές υποτίμησε το όνειρο, την ελπίδα και τη ζέση της παρέας ώστε να κατορθώσουν το ακατόρθωτο.

Πόσες φορές τον έβαλαν σε περιπέτειες τα λόγια της, λόγια γλυκά που έσταζαν φαρμάκι. Κι αυτός εκεί, μόνο να την αγαπά.

15.
Ένιωθε καιρό τώρα πως δεν ταίριαζε στο τοπίο που του είχαν βάλει να ποζάρει. Η μόνη του διέξοδος μέχρι τώρα ήταν να ταξιδεύει με το νου. Να κλείνει τα μάτια και να πηγαίνει εκεί. Δεν ξέρει αν υπάρχει καν αυτό το μέρος. Μα δεν τον νοιάζει κιόλας. Θέλει να πάει και το αποφάσισε. Με όποιο κόστος.

Τα υπολόγισε όλα. Ενημέρωσε τους φίλους πως θα λείψει. Για πόσο καιρό, άγνωστο, για πού, δεν ξέρει. Έκλεισε το κινητό, έκλεισε τα παντζούρια, ξάπλωσε και πριν κλείσει τα μάτια πήρε στα χέρια του το εισιτήριο... Το μπουκαλάκι που τον περίμενε πάνω στο κομοδίνο. Κι ακολούθησε σιωπηλός τον δρόμο που του έδειχνε το λευκό φως γύρω του.

Η μουσική στο δωμάτιο ο μόνος ήχος, το αεράκι έξω στη βεράντα η μόνη κίνηση. Το απαγορευμένο υγρό έφτασε στο στομάχι του Άρη. Το ρολόι μέτρησε λίγα δευτερόλεπτα κι έπειτα ακόμα λίγα κι έπειτα ο Άρης έβγαλε μια φοβερή κραυγή που έκανε τα πάντα να πάρουν κλίση προς τα πίσω.

Όλοι μαζί 

«Άντε ρε που θα πεθάνω εγώ για μαλακίες!» φροντοφώναξε κι έξαλλος με την απόφασή του να αφήσει τον μάταιο αυτόν κόσμο λόγω έλλειψης παχυλού λογαριασμού στην τράπεζα, πετάχτηκε από το κρεβάτι. Κάλεσε στο Κέντρο Δηλητηριάσεων, αμέσως μετά τη Μαρίνα, η οποία πέταξε με μια χορευτική πιρουέτα όσα φυλλάδια της είχαν απομείνει στα χέρια πάνω στα παρμπρίζ των σταθμευμένων αυτοκινήτων κι έτρεξε στο σπίτι του. Αυτή είχε γνώσεις που θα τον βοηθούσαν. Τόσα χρόνια στο νοσοκομείο, τι σκατά!

Της είχε αφήσει την πόρτα ανοιχτή. Μπήκε και τον βρήκε στην τουαλέτα. «Τι έκανες ρε βλαμμένο!» του είπε. Της έδειξε το μπουκαλάκι. Το πήρε στα χέρια της, έβαλε τα γέλια. «Ρε, με οινόπνευμα για κολόνιες περιμένεις να πεθάνεις; Έλα, σου ετοιμάζω κάτι αμέσως για τον πιο λυτρωτικό εμετό της ζωής σου!»

Μέσα στο επόμενο δίωρο είχαν μαζευτεί όλοι στο σπίτι του Άρη. Όχι η Λένα, δεν χρειαζόταν. Είχαν στήσει το δικό τους γλέντι, το δικό τους γέλιο, τον δικό τους κόσμο. Ο καθένας με τα δικά του αλλά και όλοι μαζί σαν ένα, πετούσαν μεταξύ τους ατάκες και χαμόγελα.

Η βοήθεια, η κατανόηση, η ενθάρρυνση, η αγάπη, η αισιοδοξία είχαν στήσει χορό γύρω από την Υρώ και τον Αλέξανδρο, τη Μαρίνα και τον Σταμάτη, τον Σταύρο και τη Βίκυ, τον Νάσο και την Αγνή, τον Πέτρο και τη Χριστίνα χάρη στον μαέστρο τους, τον μουσικό τους, τον Άρη. Κι όλοι μαζί συνέχισαν και συνεχίζουν να μας λένε τις ιστορίες τους. Κάπου πήρε το αφτί μου και το δικό μου όνομα μέσα σε αυτές.

Κυρίες και κύριοι, μήπως γνωριζόμαστε;
enfo.gr, 27/07/2016

ΚΑΤΑΘΕΣΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΣΟΥ

Αν θες η άποψή σου να συνδεθεί με το προφίλ σου, συνδέσου πριν την καταθέσεις.

ονοματεπώνυμο 
Από 4 έως 60 χαρακτήρες. Τώρα έχεις  0  χαρακτήρες.

τίτλος 
Από 3 έως 60 χαρακτήρες. Τώρα έχεις  0  χαρακτήρες.

περιεχόμενο   λίγος χώρος; γράψε ένα άρθρο
Από 1 έως 1000 χαρακτήρες. Τώρα έχεις  0  χαρακτήρες.

σύνδεσμος (link)


έξι κεφαλαίοι λατινικοί χαρακτήρες χωρίς κενά


Δεν έχεις συμπληρώσει όλα τα υποχρεωτικά (★) πεδία της φόρμας.
Το μήκος του ονοματεπωνύμου δεν είναι κατάλληλο.
Το μήκος του τίτλου δεν είναι κατάλληλο.
Το μήκος του περιεχομένου δεν είναι κατάλληλο.
Η διεύθυνση (URL) δεν είναι κατάλληλη.

 

enfo.gr

Το enfo.gr είναι τόπος ουσιαστικής επικοινωνίας και έκφρασης. Όλ... περισσότερα





μέρος του φακέλου
enfoSeminar #2 Καλά Διαδικτυακά Ταξίδια...



Διαίσθηση

Ερωτική ιστορία: Απροσδόκητο όνειρο εκ διαδικτύου

Τα παρεξηγημένα like του Facebook

Nα τα πούμε;

Το ξενόφερτο αλλά τόσο λατρεμένο έθιμο. Ή μήπως όχι;

enfoSeminar #2 Καλά Διαδικτυακά Ταξίδια...

περισσότερα


enfo.gr   Web   Wikipedia   Βικιπαίδεια   YouTube


Διάλεξε...

Thanice




ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ ΕΣΕΝΑ.
ΜΗ ΜΕΝΕΙΣ ΕΚΤΟΣ. ΔΩΣΕ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΧΡΩΜΑ.
ή γράψου στο newsletter 
mobile.enfo.gr + εσύ = bff
εγγραφή / σύνδεση     κοινότητα     λειτουργία     ταυτότητα     ανταπόδοση     προβολή     υποστήριξη     επικοινωνία
Ασφάλεια δεδομένων & πνευματική ιδιοκτησία  |  © 2017 enfo.gr. Με τη χρήση του παρόντος δηλώνεις ότι συμφωνείς με τους όρους χρήσης.